2 Απρ 2025
Με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα ζητήθηκε η ακύρωση α) της …/13η συν./12.10.2022 πράξης του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (ΚΥ.Σ.Ε.Α.), κατά το μέρος που με αυτήν ο αιτών, Αντιστράτηγος-Υπαρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος, κρίθηκε ως ευδοκίμως τερματίσας τη σταδιοδρομία του, λόγω της επιλογής του νεοτέρου του Αντιστράτηγου, …, για τη θέση του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος και β) του από 8.2.2023 προεδρικού διατάγματος, κατά το μέρος που με αυτό ο αιτών αποστρατεύτηκε, από 20.2.2020, λόγω της ανωτέρω απόφασης του ΚΥ.Σ.Ε.Α. Το ένδικο βοήθημα, κατά το μέρος που με αυτό προσβάλλεται το από 8.2.2023 προεδρικό διάταγμα περί αποστρατείας του αιτούντος, υπάγεται, κατ’ αρχήν, στην ακυρωτική αρμοδιότητα του οικείου διοικητικού εφετείου, σύμφωνα με τη διάταξη της περ. α΄ της § 1 του άρθρου 1 του Ν. 702/1977, όπως η § αυτή αντικαταστάθηκε με την § 1 του άρθρου 1 του ν. 2944/2001. Δεδομένου, όμως, ότι η πράξη αυτή είναι παρακολουθηματική της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης, η υπό κρίση αίτηση διακρατήθηκε και εκδικάστηκε και ως προς την πράξη αυτή από το Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή της § 1 του άρθρου 34 του Ν. 1968/1991. Οι πράξεις διορισμού, προαγωγής και εν γένει υπηρεσιακής κατάστασης των δημοσίων υπαλλήλων, όπως είναι οι υπηρετούντες στο Πυροσβεστικό Σώμα αξιωματικοί, δεν ανάγονται στη σφαίρα της διαχείρισης της πολιτικής εξουσίας, αλλά είναι διοικητικές πράξεις που υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη του ΚΥ.Σ.Ε.Α., κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, που αφορά την κρίση του αιτούντος ως ευδοκίμως τερματίσαντος τη σταδιοδρομία του, δεν δύναται να θεωρηθεί ως πράξη κυβερνητική, υπό την έννοια του άρθρου 45 § 5 Π.Δ. 18/1989, ήτοι ως πράξη αναγόμενη στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. Περαιτέρω, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, με τις 1190-1/2022 αποφάσεις της, εξέφερε κρίση περί της συνταγματικότητας της διάταξης της § 8 του άρθρου 126 του Ν. 4662/2020, κατ’ επίκληση και υπό το φως της παγιωθείσης έως τότε νομολογίας του Δικαστηρίου, την οποία, κατ’ ουσίαν, επανέλαβε, περί της αντίθεσης προς την έννοια της μονιμότητας του πολιτικού δημόσιου υπαλλήλου, όπως αυτή διασφαλίζεται από το άρθρο 103 § 4 του Συντάγματος, της προϊσχύσασας διάταξης της § 7 του άρθρου 24 του Π.Δ. 305/1992, κατά το μέρος που αυτή προέβλεπε ότι απολύονται από την υπηρεσία και εκείνοι οι αξιωματικοί του Πυροσβεστικού Σώματος, οι οποίοι κρίνεται ότι δεν συγκεντρώνουν σε ικανοποιητικό βαθμό όλα τα ιδιάζοντα ουσιαστικά προσόντα προς προαγωγή, «συνδέοντας την κρίση του υπαλλήλου ως απολυτέου με την κρίση αυτού ως μη προακτέου, που έχει διαφορετικό περιεχόμενο, και εξαρτά την παραμονή του υπαλλήλου στη δημόσια υπηρεσία από την προαγωγή του σε ανώτερο βαθμό». Επομένως, η διάταξη της § 7 του άρθρου 24 του Π.Δ. 305/1992 που κρίθηκε με παγία νομολογία του Δικαστηρίου, την οποία υιοθέτησε και η Ολομέλεια αυτού με τις προαναφερθείσες 1190-1/2022 αποφάσεις της, ως αντίθετη προς το άρθρο 103 § 4 του Συντάγματος, είναι ταυτόσημη κατά περιεχόμενο με την εφαρμοσθείσα εν προκειμένω διάταξη του εδ. β΄ της § 2 του άρθρου 140 του Ν. 4662/2020, με την οποία τίθεται το ίδιο κατ’ ουσίαν ζήτημα, δηλαδή της, κατά παράβαση του άρθρου 103 § 4 του Συντάγματος, εξάρτησης της παραμονής στην υπηρεσία των αναφερόμενων σε αυτήν αξιωματικών από το γεγονός ότι δεν επιλέχθηκαν προς πλήρωση της ανώτατης θέσης του Πυροσβεστικού Σώματος, ήτοι αυτής του Αρχηγού του. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 100 § 5 του Συντάγματος, του ζητήματος της συμφωνίας ή μη προς το Σύνταγμα της διάταξης του εδ. β΄ της § 2 του άρθρου 140 του Ν. 4662/2020. Κατόπιν τούτων, το ΣτΕ ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη του ΚΥ.Σ.Ε.Α. και το ερειδόμενο σε αυτήν προεδρικό διάταγμα περί αποστρατείας του αιτούντος, κατά το προσβαλλόμενο μέρος τους.